Του Λάμπρου Γριβέλλα

Αχνορόδιζε η ανατολή πίσω από το Πετροβούνι και, μέσ’ από τις άλικες κουτσιπιές και τις ντελικάτες ανθισμένες αχλαδιές, οι μουσικοί της άνοιξης, αηδόνια και κορυδαλλοί, δοκίμαζαν τις πρώτες τρίλιες τους, χαιρετισμό στη μέρα τη σημαδιακή που ξημέρωνε. Με βήμα ασταθές και αργό έβγαινε ο γερόπαπας με τον ψάλτη του από τη χαμηλοτάβανη εκκλησιά και ακολουθούσε όλο το χωριό με τις αναμμένες λαμπάδες, το ’να χέρι μπροστά να τις προστατεύει από το πρωινό αεράκι, πότε να τσουρουφλίζεται από τη φλόγα, πότε να ζεματίζεται από τις στάλες του λιωμένου κεριού. Γι’αυτό όμως κανένας δεν νοιαζόταν…

Όταν έφτανε κάτω από τα μεγάλα δένδρα, ο παπα-Σωτήρης σκέπαζε με το αντιμήνσιο τον πέτρινο βωμό, τοποθετούσε τις τρεις αναμμένες λαμπάδες του στα κηροπήγια και έβαζε τα δυνατά του ν’ αποδώσει όση μπορούσε από τη λαμπρότητα των αναστάσιμων ψαλμών. «Πά-σχα ι-ε-ρόν, Πά-σχα ά-γι-ον, Πά-σχα παν-σε-βά-σμι-ον…» αντηχούσε και η μακρόσυρτη και μονότονη φωνή του μπαρμπα-Βαγγέλη, του μοναδικού ψάλτη μας.

Απ’ όλη εκείνη την τελετουργία, εγώ και οι συνομήλικοί μου –παιδιά του δημοτικού και του γυμνασίου- τίποτα δεν προσέχαμε. Συγκεντρωμένοι από ώρα γύρω από τον αναφανό, κρατούσαμε αναμμένες τις λαμπάδες, όσο πιο κοντά στα στοιβαγμένα κέδρα γινόταν και είχαμε τ’ αυτί τεντωμένο στα λόγια του παπά μας. Μια φράση μόνο περιμέναμε: «Χριστός Ανέστη…». Αμφιβάλλω, αν ο παπάς προλάβαινε να προφέρει τους πρώτους φθόγγους και όλος εκείνος ο παιδόκοσμος έσπρωχνε τις λαμπάδες του όσο πιο βαθιά μπορούσε στα κέδρα του αναφανού! Ο περίβολος της εκκλησιάς φεγγοβολούσε από τις τεράστιες φλόγες που υψώνονταν στον ανοιξιάτικο μουχρό ουρανό.

Το τριζοβόλημα των καιόμενων κέδρων και οι ψαλμοί έσμιγαν σε μια περίεργη συναυλία. Όλο σχεδόν το εκκλησίασμα γύριζε τις πλάτες στον παπά και τον ψάλτη και παρακολουθούσε με θαυμασμό και επιφωνήματα τις ουρανομήκεις φλόγες του αναφανού. Σιωπηλοί, με ορθάνοιχτα μάτια, μέσα σε βαθιά έκσταση, οι απλοϊκοί εκείνοι άνθρωποι κι εμείς ο παιδόκοσμος όλος, βιώναμε εκείνες τις λίγες στιγμές το μέγα μυστήριο της Ανάστασης του Θεανθρώπου με το δικό μας τρόπο. Τον βλέπαμε ωχρό ακόμα από την εντάφια ζωή, ν’ ανεβαίνει μέσα από τις φλόγες και να μας ευλογεί με νόημα.
Ύστερα, οι φλόγες έπεφταν και η αναστάσιμη κουστωδία ξανάμπαινε στην εκκλησιά. Εμείς όμως δεν ακολουθούσαμε. Συμμαζεύαμε τα μισοκαμένα κέδρα, συδαυλίζαμε τ’ αποκαΐδια της φωτιάς και την ξαναζωντανεύαμε. Καθόμασταν σταυροπόδι ένα γύρο στη θαλπωρή της, όπου εύρισκαν καταφύγιο και ζεστασιά και μερικά γεροντάκια.

Θυμάμαι το μπαρμπα-Κωσταντή, κάθε χρόνο στην ίδια θέση καθισμένο, κοντά στη θράκα των καμένων κέδρων του αναφανού. Έβγαζε τα τσαρούχια, πύρωνε τα παγωμένα πόδια του, και καθόταν εκεί ως το πρωί. Πειραχτήρια εμείς, του κρύβαμε το ένα τσαρούχι κι εκείνος έκανε πως θύμωνε, μας στόλιζε με κοσμητικά επίθετα και μας απειλούσε με τη μαγκούρα:
-Του τσαρούχι, ζαγάρια, απ’ να σας πάρει ου διάλους τη μάνα κι τουν πατέρα, του τσαρούχι!

Εδώ και πολλά χρόνια το έθιμο του αναφανού ατόνισε. Έπεσε κι εκείνος θύμα του πολιτισμού. Οι νεαροί δεν πηγαίνουν όπως άλλοτε, στο δάσος το Μεγαλοβδόμαδο να κόψουν κέδρα, να τα μεταφέρουν, να καρφώσουν το «κρεβάτι» και να στήσουν τον αναφανό. Άσε που δεν υπάρχει πια ελεύθερος χώρος για το στήσιμο εκείνου του θεόρατου αναφανού των παλιών καιρών. Παντού δένδρα, καλώδια και ηλεκτροφόρα σύρματα! Κάποιες αναιμικές προσπάθειες που έγιναν τα τελευταία χρόνια να τον αναστήσουν, δεν μοιάζουν με τον αναφανό της παιδικής μας ηλικίας!
Κάθε Ανάσταση, όταν ακούω το «Χριστός Ανέστη», βλέπω στο σκοτεινό ουρανό τις φλόγες του αναφανού των παιδικών μου χρόνων να υψώνονται νοερά μαζί με τον αναστημένο Χριστό.-

Δημοσιεύτηκε το Πάσχα του 1994 στα «Ζωγλοπίτικα Χρονικά»