Όμορφος κόσμος, μαγικός, ο κόσμος του παιδιού.
Όλα του κόσμου τα καλά, μέσα στο τίποτα.
Φασόλια αλάδωτα, φακές, αγριόγκορτσα,
φέτα με λίπος χοιρινό αλειμμένη,
πολυτέλεια επάνω μια πασπάλη ζάχαρη.
Λίγη, παιδί μ’, την έχουμε μη λάχει κι έρθει το κακό
και κάποιος  αρρωστήσει!-

Τρύπια τα χοντροτσούραπα, γλιστρούν τα καουτσούκια,
το καλοκαίρι βράζουνε και το χειμώνα πάγος.
Γόνατα, νύχια, δάχτυλα, σακάτια από τις πέτρες.
Για μόνιμο αιμοστατικό, ξύσμα λουριού απ’ τη ζώνη
και κάπου κάπου κουρνιαχτός απ’ το στενό σοκάκι.
Κι αν πεις για το κεφάλι του, αμέτρητα σημάδια
από τον πετροπόλεμο που ‘κaνε με τους φίλους.

Τώρα, στο γέρμα της ζωής, γεμάτα τα κελάρια,
όλα του κόσμου τα καλά, όλης της γης τα δώρα,
μα ο γιατρός αμείλικτος: « φρούτα και χόρτα τώρα,
τήλιο και χαμομήλι!»
Αχ! λέει, ας ήμουνα παιδί, κι ας έτρωγα λιθάρια!
Ανάθεμά σε για ζωή με τα καπρίτσια που ‘χεις.
Όταν τα θέλεις λείπουνε, και δε μπορείς σαν τα ‘χεις.


Οδοιπόρος