Από τις πιο νοσταλγικές αναμνήσεις είναι εκείνες της μαθητικής ζωής. Είναι τα χρόνια της αθωότητας που βάζουν στις παιδικές φιλίες γερά θεμέλια και τις διατηρούν εφ’ όρου ζωής. Βρίσκεις κάποιον συμμαθητή σου που έχεις να τον συναντήσεις πενήντα χρόνια, και κάτι μέσα σου πεταρίζει, σαν να συναντάς έναν πολύ δικό σου άνθρωπο. Καθένας βέβαια έχει το δικό του κύκλο συμμαθητών που εκπροσωπεί μια συγκεκριμένη εποχή, κι αυτόν μόνο μπορεί ν’ ανακαλέσει στη μνήμη του. 
Είχαμε την ατυχία να μαθητεύσουμε (Δημοτικό και Γυμνάσιο) την ταραγμένη δεκαετία 1940-1950, που ήταν η χειρότερη του περασμένου αιώνα και, η φτώχεια, η δυστυχία και η τρομοκρατία που βίωνε ο ελληνικός λαός, είχε αντίχτυπο και στη λειτουργία τω σχολείων –όταν λειτουργούσαν- και στην ψυχολογική κατάσταση του μαθητόκοσμου.
 

mathitokosmos1

Το Δημοτικό Σχολείο Ραχούλας το 1935,
με δασκάλους το Βασίλη Νάκο και Βαγγέλη Τζωαννόπουλο.


Στο Δημοτικό Σχολείο της Ραχούλας πρωτοπήγα το Σεπτέμβρη του 1941. Ο πατέρας μου αγόρασε από τα βιβλιοπωλεία της Καρδίτσας τα απαραίτητα σχολικά είδη, δηλαδή ένα Αλφαβητάρι, μια πλάκα με κοντύλι και το απαραίτητο σφουγγαράκι, ένα τετράδιο με πέντε χαράκια για την αντιγραφή και ένα με κουτάκια (καντριγιέ) για την αριθμητική και ακόμα ένα μαύρο μολυβάκι και μια μικρή γομολάστιχα. Όλα αυτά τα πολύτιμα για μένα εφόδια δε χόρταινα να τα περιεργάζομαι. Τέλος τα τοποθέτησα στο ολοκαίνουργο σακούλι μου. Εκείνο το σακούλι είχε τη δική του ιστορία. Την προηγούμενη χρονιά (1940) είχε παντρευτεί ο μπάρμπας μου ο Κώστας και η μανιά το πρωί της Δευτέρας με έβαλε να καθίσω επάνω στα προικιά της νύφης για γούρι – δεν ξέρω βέβαια πόσο γούρι της έφερα-. Η θεια μου η Βαγγελή – κατά το έθιμο- με «μαντήλωσε» μ’ ένα κόκκινο σακούλι κεντημένο με ωραίες παραστάσεις, άνθη, πουλιά κλπ..
Το πρωί της Δευτέρας, με το χτύπημα της καμπάνας, αφού ζώστηκα χιαστί το γεμάτο σακούλι, ο πατέρας μου με πήρε από το χέρι και με οδήγησε στο σχολείο. Περιττό να περιγράψω το χτυποκάρδι μου για το άγνωστο που με περίμενε. Πώς θα είναι η δασκάλα; Αυστηρή ή καλοσυνάτη; Οι άλλοι μαθητές, το περιβάλλον;
Στην είσοδο του σχολείου μάς υποδέχτηκε η δασκάλα. Ήταν η Βασιλική (Κούλα) Ξάνθου από τα Τρίκαλα. Η δασκάλα με έπιασε από το ελεύθερο χέρι μου – με το άλλο κρατούσα σφιχτά το χέρι του πατέρα μου- και με έσυρε μαλακά προς το μέρος της. Ήταν η πιο κρίσιμη ώρα και πολύ δυσκολεύτηκα ν’ αφήσω το χέρι του πατέρα μου. Ήταν σαν ν’αποχωριζόμουν το γνώριμο δικό μου κόσμο και να ταξίδευα στο άγνωστο. Η δασκάλα μου ήταν μια γλυκιά καλοσυνάτη και γλυκομίλητη κοπέλα και αυτό με βοήθησε να προσαρμοσθώ γρήγορα στο σχολικό περιβάλλον

 

mathitokosmos3

Το Δημοτικό Σχολείο Ραχούλας το 1952.
Τη δεκαετία του ’40 η φωτογραφία ήταν απλησίαστη πολυτέλεια.

Το σχολείο του χωριού μας ήταν από τα λίγα σχολεία που λειτούργησαν χωρίς διακοπές όλο το διάστημα της κατοχής κι αυτό γιατί συγκεντρώθηκαν εκεί για ασφάλεια πολλοί χωριανοί δάσκαλοι που υπηρετούσαν σε χωριά του κάμπου. Στο διάστημα της κατοχής υπηρέτησαν στη Ραχούλα: η Βασιλική Ξάνθου, ο Βαγγέλης Τζωαννόπουλος, η Αρετή Γρυμπογιάννη, Ο Βασίλης Παπασωτηρίου, ο Δημήτρης Μήτρας, ίσως και άλλοι που δεν τους θυμάμαι. 
Το διδακτήριο του σχολείου μας ήταν μονοτάξιο (είχε μια μεγάλη αίθουσα),τύπου Συγγρού, το σχολείο όμως λειτουργούσε  ως τριθέσιο (με τρεις δασκάλους). Τα άλλα δύο τμήματα λειτουργούσαν σε δυο διαμορφωμένες αίθουσες στον πρώτο όροφο του Βακούφ’κου. Αυτό ήταν ένα παμπάλαιο κτήριο, που, εκτός από το σχολείο στέγαζε τον Αστυνομικό Σταθμό, το Κοινοτικό Γραφείο και στο ισόγειο ένα μπακάλικο. Θυμάμαι ότι για να μπούμε στην ανατολική αίθουσα, περνούσαμε μέσα από τη δυτική. Σε γενικές γραμμές όμως, συγκρίνοντάς τις με τις υγρές και σκοτεινές αίθουσες που βρήκα τη δεκαετία του 1980 σε μερικά σχολεία, εκείνες ήταν ευάερες και ευήλιες, ζεστές και υγιεινές.
 

mathitokosmos4

Αίθουσα διδασκαλίας της εποχής εκείνης


Με την ευκαιρία, πρέπει να πούμε και για τη θέρμανση. Το σχολείο βέβαια δεν είχε την πολυτέλεια ν’ αγοράσει ξύλα για το χειμώνα. Έτσι, μας υποχρέωναν, κάθε πρωί να προσερχόμαστε στο σχολείο με ένα ξύλο στη μασχάλη για τη σόμπα. Αν δεν έφερνες ξύλο, δεν περνούσες την είσοδο, που τη φύλαγαν κέρβεροι επιμελητές των ανώτερων τάξεων. Όχι πως δεν είχαμε ξύλα στο σπίτι, αλλά παιδιά ήμασταν και συχνά λησμονούσαμε. Τότε το λόγο είχαν οι φράχτες των γειτόνων. Ξεκολλούσαμε ένα παλούκι, το σπάζαμε και λύναμε το πρόβλημά μας, τουλάχιστο για εκείνη τη μέρα. Τα παράπονα των …θυμάτων στον Τζωαννόπουλο πήγαιναν βροχή, αλλά… τρέχα γύρευε να βρεις τον ένοχο! Ο δραστήριος όμως Βαγγέλης Τζωαννόπουλος απορώ πως κατάφευγε σ’ αυτή τη μεθόδευση, αντί να ζητήσει από τους γονείς των μαθητών να φέρνουν με τα ζώα τους ένα δυο φορτώματα καυσόξυλα στην αρχή της σχολικής χρονιάς για να μην ταλαιπωρούνται τα παιδιά τους. Δεν πιστεύω ότι οι χωριανοί θα αρνούνταν να το κάμουν.
 

mathitokosmos5

Υπήρχαν και χειρότερα. Ανά δύο, ένα βιβλίο και ξυπολησιά.


Απ’ ό,τι θυμούμαι, το μεγάλο πρόβλημά μας εκείνη την εποχή ήταν η έλλειψη διδακτικών βιβλίων. Έτσι, ο δάσκαλος αναγκαζόταν να γράφει περίληψη του μαθήματος στον πίνακα, απ’ όπου εμείς την αντιγράφαμε στα τετράδια. Στην τάξη του Τζωαννόπουλου υπήρχε διπλός πίνακας και, αφού έγραφε στον πρώτο, τον έσπρωχνε επάνω και συνέχιζε στον δεύτερο, ενώ εμείς ξεχεριαζόμασταν στην αντιγραφή. Είναι σαν να βλέπω ακόμα εκείνα τα ολοστρόγγυλα «τυπογραφικά» γράμματα του δασκάλου μας! Κάποιος συμμαθητής μας είχε ένα μοναδικό βιβλίο, με τον τίτλο: «Άπασα η Ύλη των Μαθημάτων του Δημοτικού Σχολείου». Ήταν ένα πολυσέλιδο βιβλίο με χοντρά εξώφυλλα και τον κάναμε θεό να διαβάζει εκείνος κι εμείς να ακούμε!
 

mathitokosmos6

Στοιβαγμένοι σ’ ένα αχούρι και σταυροπόδι στο πάτωμα


Από τους συμμαθητές μου εκείνους διατηρώ στη μνήμη μου τους: Χρήστο Βασιλάκο, Λάμπρο Ζαχαρή του Παν., Κώστα Κωτσιαρίδη, Λάμπρο Κοντακτσή, Θωμά Κωστίκα, Θωμά Μπέλλο, Λάμπρο Νάκα , Νίκο Παπαδημητρίου , Θωμά Τσιούκη, Αρετή Γριβέλλα , Βασίλω Ζαχαρή, Κούλα Θεάκου, Αμαλία Κατσαρού, Φροσύνη Παπαδημητρίου , Αλίκη Σουλιώτη, Γεωργία Σουλιώτη, Βάιο Μπούτλα και άλλους που η μνήμη μου δε συγκράτησε. Δυστυχώς οι μισοί έχουν φύγει από τη ζωή.
Το 1947 ήταν η δίσεχτη χρονιά για το χωριό και για το σχολείο μας. Αρχές του Φλεβάρη αρκετές οικογένειες, μεταξύ των οποίων και η δική μου, μετακόμισαν κακήν κακώς στην Καρδίτσα και το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου όλο το χωριό μετακινήθηκε στον κάμπο. Άλλοι στην Καρδίτσα και άλλοι στην Αγιοπηγή. Σκόρπισαν και οι συμμαθητές μου και για αρκετά χρόνια χάσαμε την επαφή.  Για δυο χρόνια (1948 και 1949) το Δημοτικό Σχολείο της Ραχούλας, συγχωνευμένο και με άλλα ορεινά σχολεία, λειτούργησε σε ένα πλινθόκτιστο οίκημα, ιδιοκτησίας Λάμπρου Κατσιούλα, κοντά στις γραμμές του τρένου. Εκεί φοίτησαν όσοι έμεναν στην Καρδίτσα.

Στο Γυμνάσιο
Οι Ραχουλιώτες και προπολεμικά έστελναν τα παιδιά τους στο Γυμνάσιο. Σ’ αυτό συντελούσε η έλλειψη γόνιμου εδάφους για καλλιέργειες μεγάλης απόδοσης, αλλά περισσότερο πιστεύω ότι κανένας δεν ήθελε να υστερούν τα παιδιά του έναντι των γειτόνων και συγχωριανών του που σπούδαζαν. Ακόμα και οι πιο φτωχοί έκαναν τα αδύνατα δυνατά για να σπουδάσουν τα παιδιά τους. Μαθητές Γυμνασίου κατά τη δεκαετία του 1940 από τη Ραχούλα, μεγαλύτερους από μένα, θυμάμαι τους: +Θωμά Κατσιούλα, Τάσιο Ζαχαρή, Τάσιο Βρέκο, Κώστα Τζωαννόπουλο, Σταμάτω Γρυμπογιάννη, Παναγιώτη Κατσιούλα, +Γιώργο Ντόλκερα, Βασίλη Καραγιάννη, +Θωμά Δερματά, Περικλή Κορκόντζελο, Κώστα Μπούτλα, Φούλα Τζωαννοπούλου, +Βασίλη Ντίνο,  Κούλα Σουλιώτη, +Κώστα Μήτρα, +Τάσιο Ζάϊρα, Βασίλη Κίσσα, Θωμά Κίσσα, Βαγγέλλη Νάκα, + Χρήστο Ξυδιά , Αναστασία Ράπτη, Θανάση Παπαδημητρίου, Δημήτρη Παπαδημητρίου.
Το φθινόπωρο του 1949 το χωριό «επαναπατρίσθηκε», αλλά τώρα οι μαθητές Γυμνασίου αντιμετώπιζαν διπλό πρόβλημα: στέγης και  διατροφής. Όσες οικογένειες έφυγαν από την Καρδίτσα, άφησαν πίσω κάποια πλίθινα παραπήγματα, στα οποία στεγάστηκαν προσωρινά οι μαθητές. Οι υπόλοιποι νοίκιασαν δωμάτια – ο θεός να τα κάμει δωμάτια- γύρω από την οδό Κουμουνδούρου συνήθως, στα οποία διέμεναν ανά δύο και τρεις μαζί. Τα δωμάτια εκείνα ήταν στην πλειονότητά τους παλαιοί στάβλοι και αποθήκες, που οι ιδιοκτήτες τους τα διασκεύασαν σε δωμάτια για να παίρνουν κάποιο ενοίκιο. Για έπιπλα, ύδρευση, μπάνιο κλπ, ούτε λόγος, και τουαλέτα στο οικόπεδο!
Όπως στο Δημοτικό, κι εδώ μεγάλο πρόβλημα ήταν η έλλειψη βιβλίων. Ασφαλώς, η «βιβλιοθήκη» ήταν λέξη άγνωστη για εμάς εκείνη την εποχή και κανένας δεν είχε τίποτε περισσότερο από τα διδακτικά βιβλία της τάξης του κι εκείνα χιλιομεταχειρισμένα και αγορασμένα στο «παζάρι βιβλίων», που γινόταν κάθε Σεπτέμβρη στην αυλή του Σχολείου. Μερικοί δεν είχαν τη δυνατότητα ν’ αγοράσουν ούτε κι εκείνα.                                
Το πρόβλημα της διατροφής ήταν εντονότερο και εξαρτιόνταν αποκλειστικά από τον «τρουβά» που ερχόταν από το χωριό κάθε Τετάρτη. Κάθε Σάββατο μεσημέρι –τότε γίνονταν μαθήματα και το Σάββατο- όλος ο μαθητόκοσμος του χωριού –αγόρια και κορίτσια- συγκεντρωνόμασταν στις γραμμές του τρένου και από εκεί, όλοι μαζί, τραβούσαμε για το χωριό, για μια ανάπαυλα της ξηροφαγίας, να φάμε φαγητό με κουτάλι και να πάρουμε στην επιστροφή γεμάτο τον τρουβά, να περάσουμε την βδομάδα. Η τρίωρη πεζοπορία δε μας τρόμαζε, γιατί όλο το δρόμο συζητούσαμε, γελούσαμε, λέγαμε αστεία και καμιά φορά διαπληκτιζόμασταν μεταξύ μας. Τις ζεστές μέρες στο Ρούσο κάναμε μια στάση για να πιούμε νερό από την τουλούμπα του Αυγέρη που ήταν πολύ δροσερό και συνεχίζαμε. Μετά το Διάσελο της Σέκλιζας μπαίναμε στη δική μας περιοχή και παίρναμε κουράγιο. Όσοι διψούσαμε πολύ, μετά το γεφύρι στης «Σκιάς το ρέμα» καταφεύγαμε στο σπίτι του Βασίλη Κουμπούρα, όπου η θεια-Αγορούλα μας έδινε νερό με το κανάτι από τον άμπλα. Ήταν πάντα χαμογελαστή, ευχάριστη στους τρόπους και ποτέ δεν έλεγε όχι.
 

mathitokosmos7

1952 στις γραμμές του τρένου. Θωμάς Μπέλλος, Μιχάλης Πόλκος, Λάμπρος Γριβέλλας,
Θωμάς Κωστάκος και ο Χρήστος Τσιμάκης, μαθητευόμενος ράπτης, να μας διασκεδάζει με τη φυσαρμόνικα.


Από εκείνο το παιδομάνι θα καταγράψω όσους συγκράτησε η μνήμη μου: Τασία Τσιότρα του Κων., Βασίλης Κατσαρός, Αλεξάνδρα Νάκα, Λάμπρος Ζαχαρής του Χρ., Παρασκευή Καραγιάννη, Λαμπρούλα Ράπτη, Γιάννης Κουμπούρας, Φούλα Γρυμπογιάννη, Θωμάς Κωστάκος, Φώτης Κωστάκος, Βαγγέλης Ζαχαρής του Χρ., Τάσιος Παπαστεργίου, Λάμπρος Γριβέλλας του Γεωργίου, Βαγγέλης Καραγιάννης, Τάσιος Κουντουράς, Θωμάς Ράπτης, Βαγγέλης Τράντος, Δέσπω Κορκοντζέλου, Γιάννης Σουλιώτης, Τάσιος Τσιάκης, Φώτης Βρέκος, Λάμπρος Τσιμάκης του Παν., Θωμάς Δήμος, Μιχάλης Πόλκος, Κώστας Μανώλης. Ίσως και κάποιοι άλλοι που δεν τους θυμάμαι.
Αυτός ήταν σε γενικές γραμμές ο μαθητόκοσμος της Ραχούλας, που αγωνιζόταν με νύχια και με δόντια να ξεφύγει από «τα χώματα» (γεωργία), όπως έλεγαν οι γονείς μας. Άλλοι από κείνους συνέχισαν τις σπουδές τους και άλλοι προχώρησαν όσο άντεχαν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους. Για όλους όμως υπήρξε μια θέση στον ήλιο και καλυτέρεψαν τη ζωή τους. Οι δυσκολίες, η κακοπέραση και η ταλαιπωρία, αντί να τους πτοήσουν, τους έδιναν φτερά να συνεχίζουν. Το παράδειγμά τους ίσως φανεί χρήσιμο στη νέα γενιά, που κι αυτή αντιμετωπίζει προβλήματα, ασφαλώς διαφορετικά από εκείνα που αντιμετωπίζαμε εμείς τη δεκαετία του 1940.-

Του Λάμπρου Γριβέλλα