Είναι απόλυτα σωστό ότι πατρίδα μας είναι η παιδική μας ηλικία. Τα βιώματά μας, οι παιδικοί φίλοι, οι δικοί και ξένοι, που πέρασαν στην αντίπερα όχθη, οι καθαρμένες από το χρόνο αναμνήσεις. Τόσες αναμνήσεις, πού ήταν καταχωνιασμένες εβδομήντα τόσα χρόνια και έρχονται έτσι ξαφνικά κι απροειδοποίητα όλες μαζεμένες! Είναι από τα μυστήρια της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, που καμιά επιστήμη δεν κατόρθωσε να εξιχνιάσει ακόμα.

Με τις πρώτες κρυαδίτσες, τα πρώτα μαύρα σύννεφα στον ουρανό και τις πρώτες σταγόνες βροχής, μόλις το καμένο χώμα βράχηκε και ανάδωκε τη χαρακτηριστική εκείνη μυρωδιά του, να τες και οι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας!


Σεπτέμβρης, πριν εξήντα τουλάχιστο χρόνια. Οι κήποι στο Παλιοζωγλόπι ξεφασουλώθηκαν, τα καρύδια μαζεύτηκαν και μία μία οι οικογένειες ξαναγύρισαν στη χειμερινή τους κατοικία, στο χωριό. Εδώ το καλοκαίρι κρατάει ακόμα και η δροσιά του Παλιοζωγλοπιού είναι πια μια ανάμνηση. Εμείς τα παιδιά όμως δεν πολυνοιαζόμασταν γι’ αυτό. Μας απορροφούσε ολότελα ο … επίγειος παράδεισος του χωριού μας! Τα άφθονα ώριμα φρούτα. Τα αμπέλια κατάφορτα σταφύλια, μαύρα, κοκκινούδες, κέρινα, όλων των ειδών και των χρωμάτων. Οι συκιές… βογγούσαν από σύκα: Ασπρόσυκα, κοκκινόσυκα, αυγόσυκα ό,τι τραβούσε η όρεξή σου. Οι κυδωνιές λύγιζαν τους κλώνους τους ίσαμε τη γη από το βάρος των ψωμοκύδωνων. Οι αχλαδιές , οι ροδακινιές, όλα τα οπωροφόρα στολισμένα, λες και μας καλούσαν: Έλα και σε μένα! Έλα να με τρυγήσεις! Κι εμείς τρέχαμε από το ένα στο άλλο. Δικό μας, ξένο, ποιος ασχολούνταν με τέτοιες λεπτομέρειες! Ας διαμαρτύρονταν οι ιδιοκτήτες και ας ξελαρυγγιζόταν να σφυρίζει ο αγροφύλακας. Εμείς το χαβά μας.


Έπειτα έρχονταν τα πουλιά. Θεέ μου, πόσα πουλιά! Ασπρόκωλοι, συκοφάγοι, κυργιαρίνες, αμέτρητα πουλιά. Κι εμείς στήναμε τις τσιάκες μας στ’ αμπέλια και στις συκιές και πιάναμε πουλιά, καθένας ανάλογα με την τέχνη του και την υπομονή του.
Αναρωτιέμαι καμιά φορά, όταν θυμάμαι όλα αυτά: Πού πήγε εκείνη η ευφορία της γης, όπου όλες οι σάρες ήταν καρπερά αμπέλια και τα απεριποίητα δέντρα έδιναν άφθονους καρπούς; Γιατί στέρφεψε η γη; Γιατί χάθηκαν τα πουλιά; Μήπως φταίνε τα έργα του ανθρώπου, οι ατομοβόμβες, η ρύπανση του αέρα, των νερών και του εδάφους; Μήπως το ανθρώπινο είδος βάλθηκε να αυτοκαταστραφεί;


Όλα τα παραπάνω τότε δεν περνούσαν από κανενός το μυαλό. Δεν υπήρχε άλλωστε τέτοιος λόγος. Εμάς των παιδιών η μόνη έγνοια μας ήταν το παιγνίδι, τα φρούτα, τα πουλιά, α… και οι γίδες. Πώς τις ξεχάσαμε; Πρωί απόγευμα έπρεπε να βγουν στη βοσκή. Πού θα τις πάμε το απόγευμα; Μα, στη Φυλλωριά, πού αλλού; Εκεί έχει σκιά το απόγευμα και καλό κλαρί, αβόσκητο! Τι ώρα θα τις βγάλουμε; Όταν ο ίσκιος φτάσει τέσσερα πόδια! Αλάνθαστο ρολόι το …ηλιακό! Μη ρωτήσει κανείς γιατί δεν κοιτάζαμε το ρολόι του τοίχου; Θα γελάσουμε πολύ!


Τα μικρά κοπαδάκια, από 3-4 γίδες το καθένα, έσμιγαν στο σκιερό δάσος της Φυλλωριάς και βοσκούσαν με λαιμαργία το δροσερό κλαρί. Κι εμείς κάτω, στου Δερματά το χωράφι, κοντά στον άμπλα με το δροσερό νεράκι, το στρώναμε στο παιγνίδι. Εκεί δίπλα ήταν ένα μεγάλο σταυροκλάρι, ως δεκαπέντε μέτρα ψηλό και πολύ φουντωτό. Κι επάνω του σκαρφαλωμένη μια κληματαριά, με κορμό χοντρό, ίσαμε το μπράτσο ενός παιδιού! Ποιος να τη φύτεψε άραγε εκεί; Και πώς μπόρεσε να προστατευθεί, ώσπου να μεγαλώσει,  από τα αμέτρητα ζώα που τριγύριζαν; Αυτή την εποχή η κληματαριά είχε τόσο φορτίο σταφυλιών, που δύσκολα ξεχώριζες τα φύλλα του δέντρου. Είναι σαν να την έχω μπροστά μου. Μεγάλα τσαμπιά από λαχταριστές κοκκινούδες να στραφταλίζουν στον ήλιο και να κρέμονται από τα ακρόκλωνα του δέντρου, που έμοιαζε σαν τεράστιος πολυέλαιος. Φυσικά ήταν αδύνατο να αντισταθούμε στην πρόκληση. Οι πιο μεγάλοι, πατώντας ο ένας στη ράχη του άλλου, ανεβαίναμε στο δέντρο και τρυγούσαμε τα πιο ώριμα και πιο μεγάλα σταφύλια. Από κάτω, άνοιγαν οι κοπέλες τις ποδιές και ρίχναμε μέσα τα σταφύλια που τρυγούσαμε.


Αυτή την εποχή ήταν και ο καιρός των κρεατόσυκων. Στο πάνω μέρος του χωραφιού υπήρχε μια σειρά από μεγάλες τέτοιες όψιμες κρεατοσυκιές, που ήταν κατάφορτες και μας …περίμεναν. Τρυγούσαμε τα μελωμένα σύκα, λαχταριστά και κόκκινα σαν φρέσκο κρέας, τα μοιραζόμασταν όλοι και, μετά τρέχαμε στον άμπλα για να σβήσουμε τη δίψα μας…
Αυτό συνεχιζόταν, ώσπου να ανοίξουν τα σχολεία. Ύστερα αραιώναμε πολύ. Άλλοι, οι πιο πολλοί, στο δημοτικό, πρωί απόγευμα, και άλλοι στο γυμνάσιο. Για μας η φθινοπωρινή πανδαισία περιοριζόταν στα Σαββατοκύριακα και όχι πάντα.
Αυτές οι εμπειρίες σφράγισαν στην ψυχή μας την αγάπη για τη γενέθλια γη. Ο νους μου στρέφεται στα νέα παιδιά, στα παιδιά μας και στα εγγόνια μας: Πώς ν’ αγαπήσουν το χωριό, χωρίς εμπειρίες, χωρίς βιώματα; Δύσκολη η απάντηση.-