Η φωτογραφία από το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 2008, « Η Ελλάδα του Τάκη Τλούπα », που εξέδωκαν η εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» και η « ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ».

Ξεφυλλίζοντάς το, το μάτι καρφώθηκε στη μικρομάνα που κοίμιζε το βρέφος της στο σαμάρι! Τέτοιες εικόνες αναστατώνουν το συναισθηματικό κόσμο. Σε πισωγυρίζουν πενήντα, εξήντα, εβδομήντα χρόνια! Το αναποδογυρισμένο σαμάρι με τη μαντανία για επίστρωμα, φέρνει στη θύμηση – αν όχι εμάς τους ίδιους, γιατί η ανθρώπινη μνήμη δεν είναι ώριμη να συγκρατήσει τη βρεφική ηλικία – τουλάχιστο τα μικρότερα αδέρφια, τα ξαδέρφια, τα γειτονόπουλα… Και μαζί μ’ αυτά, έναν ολόκληρο μικρόκοσμο. Τη μικρομάνα που πρέπει να ασφαλίσει το βρέφος για να μπορέσει να εργαστεί, τον πατέρα που οργώνει το χωράφι, τις κατσίκες, όλο τον αγροτικό περίγυρο. 

Στο σπίτι υπήρχε το μπισίκι ή σαρμανίτσα, και οι δυο λέξεις ξενικές, η πρώτη τούρκικη (bisik ), η δεύτερη κουτσοβλάχικη. Δυστυχώς, τις περιπέτειες της φυλής μας τις πλήρωσε και η εύηχη και ωραία ελληνική λέξη λίκνο, που κρατάει από το Διόνυσο(!) και υιοθετήθηκαν λέξεις ξένες, κακόηχες και αταίριαστες με τη γλώσσα μας. Τι αναμνήσεις, Θεέ μου! Ξενυχτούσε η καημένη η μανιά, κουνώντας το μωρό στο μπισίκι και συνοδεύοντας το κούνημα με νανουρίσματα και επιφωνήματα  ω, ω, ω! Εκείνο να μη λέει να κλείσει μάτι και μαζί μ’ αυτό και η υπόλοιπη οικογένεια, που κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο. Οπότε, τον λόγο είχε ο μάκος! Ο μάκος, όπως γνωρίζουν οι περισσότεροι, ήταν εκχύλισμα καρυδιών της παπαρούνας, είδος όπιου δηλαδή. Το βρέφος έπεφτε στον ύπνο και ξυπνούσε την άλλη μέρα!


Στο χωράφι, στ’ αμπέλι, στους κήπους η μικρομάνα έπρεπε να ασφαλίσει το βρέφος της για να μπορέσει να επιδοθεί απερίσπαστη στην εργασία της. Πρώτη επιλογή της ήταν η … γυφτοκούνια, με την προϋπόθεση ότι υπήρχαν εκεί κοντά δυο δέντρα ή πάσσαλοι, για να δέσει την τριχιά. Η γυφτοκούνια δεν απαιτούσε άλλα υλικά, εκτός από την τριχιά του μουλαριού και μια μαντανία. Αν αυτές οι προϋποθέσεις δεν υπήρχαν, τότε το λόγο είχε το σαμάρι του μουλαριού. Εκείνο, αναποδογυρίζοντάς το, μετατρεπόταν αυτομάτως  σε εξαιρετικό λίκνο. Είχε και το πλεονέκτημα ότι μπορούσε να το μετακινεί, καθώς προχωρούσε η εργασία, για να το έχει κοντά της, να προσέχει το βρέφος.
Είναι ν’ απορεί κανείς, ως πού φτάνει η ανθρώπινη εφευρετικότητα!

Οι κατοπινές γενιές, τουλάχιστο μετά το 1960, δεν … απόλαυσαν ως βρέφη το λικνοσάμαρο! Πετάχτηκε και το μπισίκι στα αζήτητα και τη θέση του πήρε το σύγχρονο παιδικό κρεβατάκι, που είναι σταθερό και άσχετο με το λίκνο. Οι σύγχρονες παιδιατρικές αντιλήψεις, βλέπετε, απαγορεύουν το λίκνισμα του βρέφους. Χάρη χρωστάμε στους παλιούς μερακλήδες φωτογράφους, σαν τον Τάκη Τλούπα, που απαθανάτισαν με το φακό τους τέτοιες σκηνές της αλλοτινής ζωής μας.