του Γεωργίου Δ.Μπίτσιου


[ Ο Γιώργος Μπίτσιος ήταν ερασιτέχνης λαογράφος και ερευνητής της τοπικής ιστορίας της περιοχής μας και δημοσίευσε κατά το παρελθόν πολλά άρθρα και ιστορικά σημειώματα στον ημερήσιο τύπο της Καρδίτσας. Μπορεί τα κείμενά του να μην ικανοποιούν τις προϋποθέσεις ιστορικής και λαογραφικής πληρότητας, μας παρέχουν όμως πολύτιμες πληροφορίες που, αν διασώθηκαν, οφείλονται στις έρευνές του.
Το κείμενο του Μπίτσιου είναι κατά το ήμισυ συμβατό με τον τίτλο του άρθρου του, διότι αναφέρεται μόνο στο Παλαιοζωγλόπι, όχι όμως και στα ιστορικά ξωκλήσια του, τον Προφητηλία , την Παναγία και την Αγία Παρασκευή, τα οποία, παρά τις, κατά καιρούς, αυθαίρετες και άστοχες επεμβάσεις, φαίνεται να είναι πολύ παλαιά. Με την ευκαιρία αυτή παρακαλούμε και πάλι την Αρχαιολογική Υπηρεσία Βυζαντινών Μνημείων, αφού έλθει σε συνεννόηση με το Μορφωτικό Σύλλογο Ραχούλας, να επισκεφθεί τα εκκλησάκια, για να μελετηθεί η χρονολόγησή τους.
Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα « ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΗΧΩ» της Καρδίτσας, στις 9 Μαρτίου  1979]

Το χωριό Ραχούλα του νομού Καρδίτσης ελέγετο άλλοτε Ζωγλόπι. Δύο ώρες ανηφορικά από τη Ραχούλα προς τον Ίταμο, είναι τα χαλάσματα ενός παλαιού χωριού, που που ελέγετο Παλαιοζωγλόπι (1). Κατά την παράδοσιν, εκεί έμεναν οι Ζωγλοπίτες (2) επί τουρκοκρατίας, για να είναι απομακρυσμένοι από τα τουρκικά κέντρα στη Θεσσαλία, περισσότερο ανενόχλητοι από τους Τούρκους και με περισσότερη προστασία που τους έδινε η ορεινή περιοχή. Τα ερείπια του παμπάλαιου αυτού χωριού, που ήταν κτισμένο ανάμεσα από δυο βουνά, προς βορράν και νότον, με τον υψηλόν Ίταμον ως τείχος  προς δυσμάς (3), δείχνουν ότι το χωριό ήταν μεγάλο και χωρισμένο σε τρεις συνοικίες ή μαχαλάδες, όπως ακόμα τους λέγουν, τον επάνω μαχαλά, τον κάτω μαχαλά και τον πέρα μαχαλά, που χωρίζεται από τον επάνω με ένα ποταμάκι.

Μέχρι τη δεκαετία του 1960 στο Παλαιοζωγλόπι επήγαιναν ξεκαλοκαιριό πολλοί Ραχουλιώτες, διότι το καλοκαίρι στη Ραχούλα το νερό εφέρνετο (sic) από μακρινές αποστάσεις, οι άνθρωποι υπέφεραν, και γι’ αυτό κάθε χρόνο τη θερμή αυτή εποχή, εγένετο μία ανάβασις (sic) των οικογενειών στο Παλαιοζωγλόπι. Εκεί έστηναν καλύβες ή τσαρδάκια ή κρεββάτες κάτω από τα σκιερά δένδρα και επερνούσαν τον Ιούλιο και Αύγουστο. Η καταπράσινη φυτεία εκεί επάνω, τα πολλά έλατα και οι καστανιές, οι σφένδαμοι και οι κρανιές και μια πυκνή συστάς από μεγάλα πλατάνια σε μια λαγκαδιά που λέγεται « Δέση» δημιουργούσαν και ακόμα δημιουργούν μια δροσερότατη ατμόσφαιρα. Τα πολλά δε και ψυχρά νερά ικανοποιούσαν τέλεια τη δίψα των θερινών αυτών μεταναστών (4), αλλά και ήταν αρκετά για να ποτίζονται κήποι, τους οποίους οι Ζωγλοπίτες καλλιεργούσαν για φασολάκια και πατάτες απερίγραπτης γεύσης(!). Τους κήπους αυτούς καλλιεργούν ακόμη, αλλά δεν μεταναστεύουν(!) πια το καλοκαίρι. 
Η Ραχούλα έχει τώρα αρκετό νερό για τις ανάγκες της, βρύσες  μέσα στα σπίτια, τη δροσιά όμως εκείνη του παλαιού χωριού, πάντοτε θα τη στερείται, καθώς και το νερό από τις αείροες βρύσες, των οποίων τα ονόματα Σταύραινα, Καλόγηρος, Τσιόκης. 



(1) Το χωριό λεγόταν Ζωγλόπι και όχι Παλαιοζωγλόπι. Παλαιοζωγλόπι ονομάστηκε μετά την    εγκατάσταση του χωριού στη σημερινή θέση του, για να ξεχωρίζει το νέο από το παλαιό χωριό.
(2) Είναι ιστορικά βεβαιωμένο ότι το χωριό βρισκόταν στη θέση εκείνη. Στην παράδοση καταφεύγουμε, όταν δεν έχουμε ιστορικά στοιχεία.
(3) Ο Ίταμος καλύπτει το νότο και οι δύο κορυφογραμμές ανατολή και δύση.
(4) Παραθεριστές, όχι μετανάστες!